«Όσο περνά ο καιρός και στενεύουν οι ορίζοντες,γραπώνομαι από τη ζωή όπως ο ναυαγός από τη σανίδα, ταξιδεύω σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, πάνω σε σχεδίες λέξεων. Τα πανιά του καραβιού μου φυσούν οι μανιασμένοι αγέρηδες των ανυπότακτων ιδεών και με κρατά ξάγρυπνο η ελπίδα της ουτοπίας μου.» Η συλλογή του Μανόλη Χατζηνάκη παρουσιάζει ποιήματα για τη ζωή και τον θάνατο. Ξεθωριασμένες μνήμες, η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η «αβάσταχτη» καθημερινότητα είναι μερικά από τα θέματα που ζωντανεύουν στους στίχους της συλλογής. Από την μία πλευρά κυριαρχούν τα όνειρα, η ελπίδα, οι συνεχείς αγώνες, η συνείδηση, το βλέμμα στον ήλιο και η Αθωότητα και από την άλλη ο ορίζοντας που σκοτεινιάζει, ο φόβος, η βία, το κέρδος, η παρουσία και εξουσία του θανάτου. Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα που τίθεται στην συλλογή είναι «τι θεωρεί κανείς ζωή;». Μέσα από τους στίχους διατυπώνεται ο ορισμό της ύπαρξης, η οποία ταυτίζεται απόλυτα με την παρουσία του φωτός και των ονείρων. «Όταν δολοφονείς τα όνειρά ...
"Αν έχεις έναν κήπο και μια βιβλιοθήκη, έχεις όλα όσα σου χρειάζονται."