Το μυθιστόρημα της Σόφης Θεοδωρίδου αποτυπώνει τη δύναμη της αληθινής αγάπης, του έρωτα, της φιλίας, της ανθρώπινης μοίρας και τύχης. Στις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζεται η ζωή των προσφύγων της Μικράς Ασίας στην Αθήνα. Οι αναγνώστες παρακολουθούν χρονικά τους ήρωες από την εποχή που ακολούθησε της Καταστροφής ως τον εμφύλιο.
Με κεντρική ηρωίδα, την Ρόη, μια νεαρή προσφυγοπούλα από το Αϊδίνι προβάλλονται οι πληγές της προσφυγιάς. Η ιστορία ξεκινά όταν η Ρόη συναντά την Μαρίκα, μια σαραντάχρονη χήρα από τη Σμύρνη, η οποία διατηρεί μαγαζί διασκέδασης στην πρωτεύουσα. Αμέσως γεννιέται μια δυνατή φιλία μεταξύ τους. Αρχικά της προσφέρει φιλοξενία στο σπίτι της και στη συνέχεια η μελωδική φωνή της Ρόης θα την οδηγήσει στο μαγαζί της Μαρίκας ως τραγουδίστρια.
Παράλληλα, οι δύο γυναίκες συναντούν τον έρωτα. Η καταγωγή τους γίνεται αφορμή για αδελφικές και πατρικές συγκρούσεις. Η Ρόη ερωτεύεται τον Άγη, τον ανιψιό του Ματθαίου, μελλοντικού συζύγου της Μαρίκας. Οι δύο γυναίκες παλεύουν με τις ισχυρές προκαταλήψεις της κοινωνίας. Ενώ φαίνεται πως καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια, μια ανατροπή έρχεται για να ταράξει την ζωή της Ρόης. Μια επιπολαιότητα του Άγη θα τους χωρίσει και εκείνη θα πάρει τη μοιραία απόφαση να φύγει για τη Νέα Υόρκη όπου μένει ο θείος της. Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Μια επιστροφή που θα πραγματοποιήσει μετά από χρόνια και η ζωή της θα ανατραπεί.
Η Καταστροφή του 1922 και ο ξεριζωμός των Ελλήνων είναι ιστορικά γεγονότα που έχουν εμπνεύσει τόσους Έλληνες όσο και ξένους συγγραφείς. Κάποια από τα στοιχεία που κάνουν το παρόν μυθιστόρημα να ξεχωρίζει είναι οι ρεαλιστικοί και ζωντανοί διάλογοι και η κινηματογραφική διάσταση της πλοκής. Αξιοσημείωτη είναι και η απόδοση των χαρακτηριστικών λεπτομερειών της καθημερινότητας των προσφύγων όπως η ενδυμασία, ο τρόπος ομιλίας, οι απόψεις και ο τρόπος σκέψης τους.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια ιστορία με κεντρικό μήνυμα πως από τις στάχτες και τα απομεινάρια της Καταστροφής μπορεί να γεννηθούν ισχυροί δεσμοί φιλίας και έρωτα, η ζωή μπορεί να ανθίσει ξανά.
«Έφυγε με φουντωμένα μάγουλα σαν να την κυνηγούσαν. Πήγε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τα μάτια της ήταν γεμάτα σκιές. Πρώτη φορά την τάραζε ένας άντρας τόσο. Μήπως ήταν ερωτευμένη; Μα όχι, δεν μπορεί. Μόλις που τον είχε γνωρίσει. Εκτός κι αν ισχύουν αυτά που λένε για κεραυνοβόλο έρωτα. Γύρισε την πλάτη στον καθρέφτη και έφυγε να πάρει τη θέση της στην ορχήστρα, ενώ αισθάνθηκε την απελπισία να την κατακλύζει. Μόλις είχε στρέψει τα νώτα στην πιθανότητα να νιώσει μια στάλα ευτυχία.»
%20(1).jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου